跳转到内容

πικρός

维基词典,自由的多语言词典

古希腊语

[编辑]

词源

[编辑]

此前认为与原始斯拉夫语 *pьstrъ (“杂色的”)有关,源自原始印欧语 *piḱ-rós,源自词根*peyḱ- (“颜色,斑点”)。与ποικίλος (poikílos,“杂色的”)亦同源。

发音

[编辑]

形容词

[编辑]

πῐκρός (pĭkrós) 阳 (阴性 πῐκρᾱ́,中性 πῐκρόν); 第一类/第二类

  1. 锋利的,锐利的
  2. (味道) 辛辣的
  3. (感觉) 敏锐的
  4. (声音) 高声的,刺耳的
  5. (比喻义) 苦涩的,怨恨的
  6. 愤怒的,敌视的
  7. 恶意的,报复的

屈折

[编辑]

派生词

[编辑]

派生语汇

[编辑]
  • 希腊语:πικρός (pikrós)

拓展阅读

[编辑]

希腊语

[编辑]

词源

[编辑]

源自古希腊语 πικρός (pikrós)。

形容词

[编辑]

πικρός (pikrós) 阳 (阴性 πικρή,中性 πικρό)

  1. 苦的
    反义词:άπικρος (ápikros)
  2. (比喻义) 伤心的,悲伤的

变格

[编辑]
πικρός 的变格
单数 复数
阳性 阴性 中性 阳性 阴性 中性
主格 πικρός πικρή πικρό πικροί πικρές πικρά
属格 πικρού πικρής πικρού πικρών πικρών πικρών
宾格 πικρό πικρή πικρό πικρούς πικρές πικρά
呼格 πικρέ πικρή πικρό πικροί πικρές πικρά

派生:
比较级:πιο + 原级(如 πιο πικρός)
相对最高级:定冠词 + πιο + 原级(如 ο πιο πικρός)

添加后缀的比较程度
比较级 (?) 单数 复数
阳性 阴性 中性 阳性 阴性 中性
主格 πικρότερος (pikróteros) πικρότερη (pikróteri) πικρότερο (pikrótero) πικρότεροι (pikróteroi) πικρότερες (pikróteres) πικρότερα (pikrótera)
属格 πικρότερου (pikróterou) πικρότερης (pikróteris) πικρότερου (pikróterou) πικρότερων (pikróteron) πικρότερων (pikróteron) πικρότερων (pikróteron)
宾格 πικρότερο (pikrótero) πικρότερη (pikróteri) πικρότερο (pikrótero) πικρότερους (pikróterous) πικρότερες (pikróteres) πικρότερα (pikrótera)
呼格 πικρότερε (pikrótere) πικρότερη (pikróteri) πικρότερο (pikrótero) πικρότεροι (pikróteroi) πικρότερες (pikróteres) πικρότερα (pikrótera)

派生:相对最高级:ο + 比较级形式,如 ο πικρότερος (o pikróteros), 等

绝对
最高级 (?)
单数 复数
阳性 阴性 中性 阳性 阴性 中性
主格 πικρότατος (pikrótatos) πικρότατη (pikrótati) πικρότατο (pikrótato) πικρότατοι (pikrótatoi) πικρότατες (pikrótates) πικρότατα (pikrótata)
属格 πικρότατου (pikrótatou) πικρότατης (pikrótatis) πικρότατου (pikrótatou) πικρότατων (pikrótaton) πικρότατων (pikrótaton) πικρότατων (pikrótaton)
宾格 πικρότατο (pikrótato) πικρότατη (pikrótati) πικρότατο (pikrótato) πικρότατους (pikrótatous) πικρότατες (pikrótates) πικρότατα (pikrótata)
呼格 πικρότατε (pikrótate) πικρότατη (pikrótati) πικρότατο (pikrótato) πικρότατοι (pikrótatoi) πικρότατες (pikrótates) πικρότατα (pikrótata)